die Fälschung

Ορισμός και σημασία του "fälschung"στα γερμανικά

Die Fälschung
[gender: feminine]
01

πλαστογραφία, απάτη

Eine gefälschte Kopie oder ein Betrug
die Fälschung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Fälschung
πληθυντικός τύπος
Fälschungen
Παραδείγματα
Die Bank warnt vor Fälschungen von Geldscheinen.
Η τράπεζα προειδοποιεί για τις πλαστογραφίες χαρτονομισμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store