die fälschung
fäl
ˈfɛl
fel
schung
ʃʊng
shoong

Ορισμός και σημασία του "fälschung"στα γερμανικά

Die Fälschung
01

πλαστογραφία, απάτη

Eine gefälschte Kopie oder ein Betrug 
die Fälschung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fälschungen
γενική πτώση
Fälschung
Παραδείγματα
Die Polizei hat eine Fälschung entdeckt. 

Η αστυνομία ανακάλυψε μια πλαστογραφία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store