die fähigkeit
fäh
ˈfɛ:
fe
ig
ɪç
ich
keit
kaɪt
kait
fälligkeit

Ορισμός και σημασία του "fähigkeit"στα γερμανικά

Die Fähigkeit
01

ικανότητα, δεξιότητα

Das Können oder Talent, etwas zu tun 
die Fähigkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fähigkeiten
γενική πτώση
fähigkeit
Παραδείγματα
Er hat die Fähigkeit, gut zu sprechen. 

Έχει την ικανότητα να μιλάει καλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store