Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fällig
01
ληξιπρόθεσμος, πληρωτέος
Zum Bezahlen oder Erledigen bestimmt
Παραδείγματα
Die Steuer ist zum Monatsende fällig.
Ο φόρος πληρωτέος στο τέλος του μήνα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ληξιπρόθεσμος, πληρωτέος