llig
ˈfɛ
fe
llig
lɪk
lik
füllig

Ορισμός και σημασία του "fällig"στα γερμανικά

01

ληξιπρόθεσμος, πληρωτέος

Zum Bezahlen oder Erledigen bestimmt 
fällig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Finanzen, Verpflichtungen, Termine
Παραδείγματα
Die Rechnung ist nächste Woche fällig. 

Ο λογαριασμός πληρώνεται την επόμενη εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store