dämpfen

Ορισμός και σημασία του "dämpfen"στα γερμανικά

dämpfen
01

μαγειρεύω στον ατμό, ατμοσυσκευάζω

Mit Dampf kochen, also Lebensmittel schonend mit heißem Wasserdampf garen
dämpfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dämpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
dämpft
ενεστώτα μετοχή
dämpfend
απλός αόριστος
dämpfte
παθητική μετοχή
gedämpft
Παραδείγματα
Dämpfen ist eine schonende Kochmethode.
Το μαγείρεμα στον ατμό είναι μια ήπια μέθοδος μαγειρέματος.
02

αποσβέννυμι, μειώνω

etwas in seiner Stärke, Intensität oder Wirkung verringern
Παραδείγματα
Diese Maßnahme dämpft die Kosten.
Αυτό το μέτρο αμβλύνει το κόστος.
03

καθησυχάζω, ελέγχω

Gefühle, Reaktionen oder Entwicklungen beruhigen oder unter Kontrolle bringen
Παραδείγματα
Ihre Worte dämpften die Stimmung.
Τα λόγια της καθησύχασαν την ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store