Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausmachen
01
σβήνω, απενεργοποιώ
Etwas abschalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht aus
ενεστώτα μετοχή
ausmachend
απλός αόριστος
machte aus
παθητική μετοχή
ausgemacht
Παραδείγματα
Ich mache das Licht aus.
Σβήνω το φως.
02
συμφωνώ, κανονίζω
Etwas gemeinsam planen oder besprechen
Παραδείγματα
Wir haben ein Treffen ausgemacht.
Κλείσαμε μια συνάντηση.
03
ενοχλώ, ενοχλούν
Jemanden stören
Παραδείγματα
Kälte macht ihm sehr viel aus.
Το κρύο τον ενοχλεί πολύ.
04
αναγνωρίζω, προσδιορίζω
Jemanden oder etwas identifizieren
Παραδείγματα
Sie konnte seine Stimme sofort ausmachen.
Μπορούσε να αναγνωρίσει τη φωνή του αμέσως.
05
συμφωνώ, κανονίζω
Eine Entscheidung treffen
Παραδείγματα
Wir haben ausgemacht, dass wir fahren.
Συμφωνήσαμε ότι θα πηγαίναμε.
06
ανέρχομαι σε, ισοδυναμώ με
Eine bestimmte Menge oder Größe erreichen
Παραδείγματα
Das macht 20 Euro aus.
Αυτό ανέρχεται σε 20 ευρώ.



























