Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausmachen
01
σβήνω, απενεργοποιώ
Etwas abschalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht aus
ενεστώτα μετοχή
ausmachend
απλός αόριστος
machte aus
παθητική μετοχή
ausgemacht
Παραδείγματα
Wir machen die Heizung aus.
Σβήνουμε τη θέρμανση.
02
συμφωνώ, κανονίζω
Etwas gemeinsam planen oder besprechen
Παραδείγματα
Hast du mit ihr etwas ausgemacht?
Έχεις συμφωνήσει κάτι μαζί της ;
03
ενοχλώ, ενοχλούν
Jemanden stören
Παραδείγματα
Was macht dich so aus?
Τι σε ενοχλεί τόσο πολύ ;
04
αναγνωρίζω, προσδιορίζω
Jemanden oder etwas identifizieren
Παραδείγματα
Er konnte sie in der Menge ausmachen.
Μπορούσε να την ξεχωρίσει στο πλήθος.
05
συμφωνώ, κανονίζω
Eine Entscheidung treffen
Παραδείγματα
Wir müssen noch ausmachen, wann wir gehen.
Πρέπει ακόμα να κανονίσουμε πότε θα φύγουμε.
06
ανέρχομαι σε, ισοδυναμώ με
Eine bestimmte Menge oder Größe erreichen
Παραδείγματα
Diese Fehler machen den Unterschied aus.
Αυτά τα λάθη κάνουν τη διαφορά.



























