Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auslösen
[past form: löste aus]
01
πυροδοτώ, προκαλώ
Der Grund für eine Reaktion oder ein Ereignis sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
lösen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
löse aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
löst aus
ενεστώτα μετοχή
auslösend
απλός αόριστος
löste aus
παθητική μετοχή
ausgelöst
Παραδείγματα
Diese Entscheidung kann große Veränderungen auslösen.
Αυτή η απόφαση μπορεί να προκαλέσει μεγάλες αλλαγές.



























