Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Auslöser
[gender: masculine]
01
σκανδάλη, παράγοντας ενεργοποίησης
Ein Ereignis, Faktor oder Objekt, das eine Reaktion, Handlung oder einen Prozess in Gang setzt
Παραδείγματα
Laute Geräusche sind ein Auslöser für ihre Angstzustände.
Οι δυνατοί θόρυβοι είναι ένας ενεργοποιητής για τις κρίσεις άγχους της.
02
κουμπί κλείστρου, σκανδάλη
Ein mechanisches oder digitales Bedienelement zum Starten einer Funktion
Παραδείγματα
Halten Sie den Auslöser gedrückt, um Serienaufnahmen zu machen.
Κρατήστε πατημένο το κουμπί λήψης για να τραβήξετε φωτογραφίες σε ριπή.


























