glossegrundstück
από 6
glossegrundstück
glosse[n]

σάτιρα σχόλιο,ειρωνικό σχόλιο

glück[n]

τυχη,ευτυχία

glücklich[adj]

ευτυχισμένος,χαρούμενος

glücksspiel[n]
glückwunsch[n]

συγχαρητήρια,έπαινος

glühbirne[n]

λαμπτήρας,λαμπτήρας πυρακτώσεως

glühwürmchen[n]

πυγολαμπίδα,λαμπυρίδα

gluthitze[n]

καυτή ζέστη,φρικτή ζέστη

gnu[n]
gokart[n]
gold[n]

χρυσός,πολύτιμο μέταλλο

golden[adj]
goldfisch[n]

χρυσόψαρο,χρυσή κυπρίνος

goldmünze[n]
golf[n]

γκολφ,το γκολφ

golfspiel[n]
gönnen[v]

επιτρέπω στον εαυτό μου,κάνω δώρο στον εαυτό μου

googeln[v]

γκουγκλάρω,αναζητώ στο Google

google[n]

Google,Google

gorilla[n]

γορίλας,γορίλας

gotisch[adj]

γοτθικός,γοτθικού ρυθμού

gott[n]

θεός

gottesanbeterin[n]

αλογάκι της Παναγίας,μαντισ

gotteshaus[n]

εκκλησία,οίκος προσευχής

gottesnah[adj]
gottheit[n]

θεότητα,θεός

graben[v][n]
grad[n]

βαθμός,βαθμός Κελσίου

graffiti[n]

γκράφιτι,γραφή στον τοίχο

grafik[n]

γράφημα,διάγραμμα

grafikdesign[n]

γραφιστική σχεδίαση,γραφιστική

grafikkunst[n]
gram[adj]

λυπημένος,θλιμμένος

gramm[n]

γραμμάριο,γραμμάριο

grammatik[n]

γραμματική,γραμματικό σύστημα

grammatisch[adj]
granatapfel[n]

ρόδι,καρπός του ροδιού

grapefruit[n]

γκρέιπφρουτ,πορτοκάλι της Κρήτης

graph[n]

γράφημα,διάγραμμα

gras[n]

γρασίδι,χορτάρι

grasen[v]
grasland[n]

λιβάδι,βοσκότοπος

gratis[adv]

δωρεάν,χωρίς αντίτιμο

gratulation[n]
gratulieren[v]

συγχαίρω

grau[adj]

γκρι,γκριζωπός

grauen[v][n]

ξημερώνει,χαράζει • φρίκη,τρόμος

grauhaarig[adj]
graupel[n]

χαλαζόχιονο,μαλακό χαλάζι

grausam[adj]
gravieren[v]
greenwashing[n]
greifen[v]

πιάνω,αρπάζω

grenze[n]

σύνορο,όριο

grenzen[v]

συνορεύω,εφάπτομαι

grenzen setzen[phrase]
grenzen überschreiten[phrase]
grenzgebiet[n]
grenzüberschreitend[adj]
griechenland[n]

Ελλάδα,Ελλάδα

griechisch[n][adj]

ελληνικός,ελληνική

griff[n]

λαβή,χειρολαβή

grill[n]

σχάρα,μπάρμπεκιου

grille[n]

τζίτζικας,ακρίδα

grillen[v]

ψήνω στη σχάρα,κάνω μπάρμπεκιου

grillieren[v]

ψήνω στη σχάρα,μαγειρεύω στη σχάρα

grillparty[n]

πάρτι μπάρμπεκιου,πάρτι ψησίματος

grippe[n]

γρίπη,ινφλουέντζα

groschenheft[n]
groß[adj]

μεγάλος

großartig[adj]

υπέροχος,εξαιρετικός

größe[n]

μέγεθος,διάσταση

große trommel[n]

μεγάλη τυμπάνη,μπάσο τύμπανο

großeltern[n]

παππούδες,γονείς των γονέων

großfamilie[n]

επεκταμένη οικογένεια,μεγάλη οικογένεια

großflächig[adj]

μεγάλης κλίμακας,εκτεταμένος

großleinwand[n]

μεγάλη οθόνη,γιγαντιαία οθόνη

großmacht[n]

μεγάλη δύναμη,κύρια δύναμη

großmutter[n]

γιαγιά,γιαγιάκα

großstadt[n]

μεγάλη πόλη,μητρόπολη

größtenteils[adv]

κατά το μεγαλύτερο μέρος,κυρίως

großvater[n]

παππούς,πρόγονος

großzügigkeit[n]
grübelei[n]
grün[adj]

πράσινος

grünanlage[n]

πράσινη περιοχή,πάρκο

grund[n]

λόγος, αιτία

grundeinstellung[n]

προεπιλεγμένη ρύθμιση,βασική ρύθμιση

gründen[v]

ιδρύω,δημιουργώ

gründer[n]
grundgesetz[n]

Βασικός νόμος,Σύνταγμα

grundierung[n]

πράιμερ,αποκρύπτων

grundlage[n]

βάση,θεμέλιο

grundlagenforschung[n]

βασική έρευνα,θεμελιώδης έρευνα

gründlich[adj]

διεξοδικός,προσεκτικός

grundsatz[n]
grundsätzlich[adj]

θεμελιώδης,αρχικός

grundschüler[n]
grundsicherung[n]

βασική κοινωνική ασφάλιση,ελάχιστη κοινωνική βοήθεια

grundstück[n]

οικόπεδο,ακίνητη περιουσία

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή