die glosse
glo
ˈglɔ
γκλο
sse
σα
gosse

Ορισμός και σημασία του "glosse"στα γερμανικά

01

σάτιρα σχόλιο, ειρωνικό σχόλιο

Ein kurzer, oft satirischer oder ironischer Kommentar zu einem aktuellen Thema, meist in Zeitungen oder Online-Medien 
die Glosse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Glossen
γενική πτώση
Glosse
Παραδείγματα
Seine Glosse über die Politik sorgte für hitzige Diskussionen. 

Η σχολιαστική στήλη του για την πολιτική προκάλεσε έντονες συζητήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store