das Glück
Pronunciation
/ɡlʏk/

Ορισμός και σημασία του "glück"στα γερμανικά

Das Glück
[gender: neuter]
01

τυχη, ευτυχία

Zufälliges gutes Ereignis
das Glück definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Glück(e)s
Παραδείγματα
Ohne Glück geht es nicht.
Χωρίς τυχη, δεν γίνεται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store