Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Glück
[gender: neuter]
01
τυχη, ευτυχία
Zufälliges gutes Ereignis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Glück(e)s
Παραδείγματα
Ohne Glück geht es nicht.
Χωρίς τυχη, δεν γίνεται.



























