greifen
Pronunciation
/ˈɡʁaɪ̯fən/

Ορισμός και σημασία του "greifen"στα γερμανικά

greifen
[past form: griff]
01

πιάνω, αρπάζω

Mit der Hand etwas ergreifen oder berühren
greifen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
greife
γ΄ ενικό πρόσωπο
greift
ενεστώτα μετοχή
greifend
απλός αόριστος
griff
παθητική μετοχή
gegriffen
Παραδείγματα
Der Dieb griff die Handtasche und rannte weg.
Ο κλέφτης άρπαξε την τσάντα και έφυγε τρέχοντας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store