Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
greifen
01
πιάνω, αρπάζω
Mit der Hand etwas ergreifen oder berühren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
greife
γ΄ ενικό πρόσωπο
greift
ενεστώτα μετοχή
greifend
απλός αόριστος
griff
παθητική μετοχή
gegriffen
Παραδείγματα
Das Baby greift nach dem Spielzeug.
Το μωρό πιάνει το παιχνίδι.



























