greifen
greifen
gʁaɪ̯fɱ
graifm

Ορισμός και σημασία του "greifen"στα γερμανικά

greifen
01

πιάνω, αρπάζω

Mit der Hand etwas ergreifen oder berühren 
greifen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
greife
γ΄ ενικό πρόσωπο
greift
ενεστώτα μετοχή
greifend
απλός αόριστος
griff
παθητική μετοχή
gegriffen
Παραδείγματα
Das Baby greift nach dem Spielzeug. 

Το μωρό πιάνει το παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store