Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
greifen
[past form: griff]
01
πιάνω, αρπάζω
Mit der Hand etwas ergreifen oder berühren
Παραδείγματα
Der Dieb griff die Handtasche und rannte weg.
Ο κλέφτης άρπαξε την τσάντα και έφυγε τρέχοντας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πιάνω, αρπάζω