Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gründen
[past form: gründete]
01
ιδρύω, δημιουργώ
Etwas Neues ins Leben rufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gründe
γ΄ ενικό πρόσωπο
gründet
ενεστώτα μετοχή
gründend
απλός αόριστος
gründete
παθητική μετοχή
gegründet
Παραδείγματα
Rom wurde der Legende nach 753 v. Chr. gegründet.
Σύμφωνα με τον μύθο, η Ρώμη ιδρύθηκε το 753 π.Χ.



























