gründen
gründen
gʁʏndn
grundn

Ορισμός και σημασία του "gründen"στα γερμανικά

gründen
01

ιδρύω, δημιουργώ

Etwas Neues ins Leben rufen 
gründen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gründe
γ΄ ενικό πρόσωπο
gründet
ενεστώτα μετοχή
gründend
απλός αόριστος
gründete
παθητική μετοχή
gegründet
Παραδείγματα
Sie gründeten 1995 eine IT-Firma. 

Ίδρυσαν μια εταιρεία πληροφορικής το 1995.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store