Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gründen
01
ιδρύω, δημιουργώ
Etwas Neues ins Leben rufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gründe
γ΄ ενικό πρόσωπο
gründet
ενεστώτα μετοχή
gründend
απλός αόριστος
gründete
παθητική μετοχή
gegründet
Παραδείγματα
Sie gründeten 1995 eine IT-Firma.
Ίδρυσαν μια εταιρεία πληροφορικής το 1995.



























