gesprächsrundeglobus
από 6
gesprächsrundeglobus
gesprächsrunde[n]

στρογγυλή τράπεζα,συζήτηση

gestalten[v]

σχεδιάζω,διαμορφώνω

gestaltung[n]

σχεδιασμός,διάταξη

geständnis[n]

ομολογία,εξομολόγηση

gestank[n]

βρωμιά,δυσωδία

gestatten[v]
geste[n]

χειρονομία,κίνηση

gestell[n]

ράφι,υποστήριγμα

gestellt werden[v]

να παρέχεται,να τίθεται στη διάθεση

gestern[adv]

χθες,την προηγούμενη μέρα

gestik[n]
gestorben[adj]

νεκρός,αποθανών

gestreift[adj]
gesund[adj]

υγιής,γερός

gesundheit[n]

υγεία,ευεξία

gesundheitsindustrie[n]
gesundheitskarte[n]
gesundheitsportal[n]
getränk[n]

ποτό,ρόφημα

getreide[n]

δημητριακά,σπόρος

getrennt[adj]

χωριστός,διακριτός

getrennt leben[phrase]
gewährleisten[v]
gewährleistung[n]
gewalt[n]

βία,δύναμη

gewaltdarstellung[n]
gewaltenteilung[n]

διαχωρισμός των εξουσιών,κατανομή των εξουσιών

gewalttätigkeit[n]
gewehr[n]

τουφέκι,βερντόγκο

geweih[n]

κέρατα,ελάφια κέρατα

gewerbe[n]

εμπόριο,εμπορική δραστηριότητα

gewerkschaft[n]

συνδικάτο,συνδικαλιστική οργάνωση

gewicht[n]

βάρος,μάζα

gewichtheben[n]

άρση βαρών,βαροστασία

gewichtung[n]
gewinn[n]

βραβείο,κέρδος

gewinnen[v]

κερδίζω

gewinner[n]

νικητής,κερδίζων

gewinnung[n]
gewiss[adj][adv]
gewissen[n]

συνείδηση,εσωτερική φωνή

gewissenhaftigkeit[n]

συνειδησιότητα,επιμέλεια

gewitter[n]

καταιγίδα,καταιγίδα με αστραπές και βροντές

gewöhnen[v]

συνηθίζω,εθίζω

gewohnheit[n]

συνήθεια,έθιμο

gewöhnlich[adv][adj]

συνήθως • συνηθισμένος,κοινός

gewohnt[adj]

συνηθισμένος,εξοικειωμένος

gewürz[n]

μπαχαρικό,καρύκευμα

gewürznelke[n]
gibbon[n]
gießen[v]

ποτίζω,αρδεύω

gift[n]

δηλητήριο,τοξίνη

giftig[adj]
gigantisch[adj]
gin[n]

τζιν,τζιν ποτό

gin tonic[n]

τζιν τόνικ,τζιν-τόνικ

gipfel[n]

κορυφή,ακρογιάλι

giraffe[n]

καμηλοπάρδαλη

girokonto[n]

ρευστός λογαριασμός,λογαριασμός καταθέσεων

gitarre[n]

κιθάρα,κιθάρα

gitarrist[n]

κιθαρίστας,παίκτης κιθάρας

glänzend[adj]
glas[n]

γυαλί,γυαλί (υλικό)

glasblasen[n]

φούσκωμα γυαλιού,τέχνη του φουσκώματος γυαλιού

glasieren[v]
glatt[adj]
glatteis[n]

μαύρος πάγος,αόρατο στρώμα πάγου

glatze[n]
glaube[n]

πίστη,πεποίθηση

glauben[v]

πιστεύω,νομίζω

glaubensfreiheit[n]

θρησκευτική ελευθερία,ελευθερία της πίστης

gläubig[adj]
gläubige[n]

πιστός,πιστή

gläubiger[n]
glaubwürdigkeit[n]
gleich[adj][adv][prep]

πανομοιότυπος,παρόμοιος • αμέσως,ακαριαία • όπως

gleichaltirge[n]

συνομήλικος,ομήλικος

gleichberechtigt[adj]

ίσος,δίκαιος

gleichberechtigung[n]
gleichfalls[adv]

ομοίως,σε εσένα επίσης

gleichgesinnt[adj]
gleichgewicht[n]

ισορροπία,ζυγισμός

gleichgültigkeit[n]
gleichheit[n]
gleichkommen[v]
gleichnamig[adj]

ομώνυμος,επώνυμος

gleichstellung[n]

ισότητα των φύλων,ισότητα των γενών

gleichung[n]

εξίσωση,τύπος

gleichwertig[adj]
gleichzeitig[adj]

ταυτόχρονος,ταυτόχρονα

gleis[n]

σιδηροδρομική γραμμή,ράγα

gleiten[v]
gleitschirm[n]
gleitsichtbrille[n]
gleitzeit[n]

ευέλικτο ωράριο εργασίας,κινητό ωράριο

gletscher[n]

παγετώνας,παγετώνας

gletschereis[n]
gliederung[n]

σχέδιο,δομή

globalisierung[n]

παγκοσμιοποίηση,ολοσφαιροποίηση

globus[n]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή