Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gleichzeitig
01
ταυτόχρονος, ταυτόχρονα
Zur selben Zeit stattfindend oder erfolgend
Παραδείγματα
Gleichzeitige Aufgaben können den Fokus beeinträchtigen.
Οι ταυτόχρονες εργασίες μπορούν να επηρεάσουν τη συγκέντρωση.


























