Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gesund
[comparative form: gesünder][superlative form: gesündeste-]
01
υγιής, γερός
Körperlich und geistig fit
Παραδείγματα
Er isst Obst, um gesund zu bleiben.
Τρώει φρούτα για να παραμείνει υγιής.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
υγιής, γερός