gegebenenfallsgenerisch
από 6
gegebenenfallsgenerisch
gegebenenfalls[adv]

αν χρειαστεί

gegebenheit[n]
gegen[prep]

κατά

gegenargument[n]
gegend[n]

περιοχή,ζώνη

gegenleistung[n]
gegenmittel[n]
gegensatz[n]

αντίθεση,αντιπαράθεση

gegenseite[n]
gegenseitig[adj]
gegenseitigkeit[n]

αμοιβαιότητα,αλληλοβοήθεια

gegenspieler[n]

αντίπαλος,ανταγωνιστής

gegenstand[n]

αντικείμενο,πράγμα

gegenteil[n]

αντίθετο,αντίστροφο

gegenüber[prep][adv]

απέναντι από,μπροστά σε • απέναντι,από την άλλη πλευρά

gegenüberliegend[adj]

απέναντι,αντίθετος

gegenüberstellen[v]
gegenwart[n]

παρόν,σήμερα

gegenwelt[n]
gegner[n]

αντίπαλος,αντιρρησίας

gegrillt[adj]
gehalt[n]

μισθός,αμοιβή

gehaltserhöhung[n]

αύξηση μισθού,αύξηση αποδοχών

gehaltssteigerung[n]
gehaltszettel[n]

αποδεικτικό μισθοδοσίας,φύλλο μισθοδοσίας

geheim[adj]

μυστικός,εμπιστευτικός

geheimnis[n]

μυστικό,μυστήριο

geheimnisvoll[adj]
gehemmt[adj]

ανασταλμένος,κατασταλμένος

gehen[v]

περπατώ,πηγαίνω με τα πόδια

gehirn[n]

εγκέφαλος,μυαλό

gehör[n]

ακοή,ικανότητα ακρόασης

gehören[v]

ανήκω,αποτελώ μέρος

gehörn[n]

κέρατα,κέρατο

gehörschutz[n]
gehsteig[n]

πεζοδρόμιο,πεζοδρομική διαδρομή

gehweg[n]

πεζοδρόμιο,διαδρομή πεζών

geier[n]

γύπας,νεκροφάγο πτηνό

geige[n]

βιολί,βιολί

geist[n]

πνεύμα,ψυχή

geisterhaft[adj]

φαντασματικός,απόκοσμος

geisteswissenschaftler[n]
geistig[adj]
geistliche[n]

κληρικός,ιερέας

geistreich[adj]
geiz[n]
geizig[adj]

τσιγκούνης,φιλάργυρος

gekocht[adj]

βρασμένος,μαγειρεμένος

gekochtes ei[phrase]
gelände[n]

έδαφος,περιοχή

geländefahrzeug[n]
geländer[n]

κουπαστή,χειρολαβή

gelangen[v]

φτάνω,προσβάλλω

gelassenheit[n]

ηρεμία,γαλήνη

gelatine[n]
gelato[n]

τζελάτο

gelb[adj]

κίτρινος

geld[n]

χρήματα,μετρητά

geldautomat[n]

ATM,αυτόματη ταμειακή μηχανή

geldbeutel[n]
geldbörse[n]

πορτοφόλι,κασκόλ

geldgeber[n]
geldgeschenk[n]
geldschein[n]
geldwäsche[n]

ξέπλυμα χρήματος,λεύκανση χρήματος

geldwechsel[n]

ανταλλαγή συναλλάγματος,γραφείο ανταλλαγής

gelege[n]
gelegenheit[n]

ευκαιρία,περίσταση

gelegenheitsjob[n]

προσωρινή εργασία,περιστασιακή εργασία

gelegentlich[adj]

περιστασιακός,σποραδικός

gelenk[n]

άρθρωση,άρθρωση

gelenkig[adj]

εύκαμπτος,ευέλικτος

gelingen[v]

επιτυγχάνω,κατορθώνω

gelten[v][phrase]

είναι έγκυρο,ισχύει

gemäß[prep][adj]
gemein[adj]

κακός,σκληρός

gemeinde[n]
gemeindezentrum[n]

κοινωνικό κέντρο,σπίτι της κοινότητας

gemeinnützig[adj]

μη κερδοσκοπικός,για το κοινό καλό

gemeinsam[adj]

κοινός,συλλογικός

gemeinsamkeit[n]
gemeinschaft[n]

κοινότητα,κοινωνία

gemeinwesen[n]

κοινότητα,κοινωνία

gemüse[n]

λαχανικά,χόρτα

gemüsegarten[n]
gemüsesorte[n]

ποικιλία λαχανικού,είδος λαχανικού

gemüsesuppe[n]

σούπα λαχανικών,ζωμός λαχανικών

gemustert[adj]
gemütlich[adj]

άνετος,ζεστός

gen[n]

γονίδιο,γονίδιο

genau[adv][adj]

ακριβώς,απολύτως • ακριβής,απολύτως σωστός

genauigkeit[n]
genauso[adv]

ακριβώς με τον ίδιο τρόπο

gendern[n]
genehmigen[v]

εγκρίνω,εξουσιοδοτώ

genehmigung[n]

άδεια,αποδοχή

general[n]

στρατηγός

generation[n]

γενιά,γενιά

generell[adj]
generisch[adj]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή