der gehweg
geh
ˈge:
ge
weg
ve:k
vek

Ορισμός και σημασία του "gehweg"στα γερμανικά

01

πεζοδρόμιο, διαδρομή πεζών

Weg für Fußgänger entlang einer Straße, oft mit Asphalt oder Pflaster 
der Gehweg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gehwege
γενική πτώση
Gehweg(e)s
Παραδείγματα
Das kleine Mädchen fuhr auf dem Gehweg Fahrrad. 

Το μικρό κορίτσι έκανε ποδήλατο στο πεζοδρόμιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store