Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gehirn
[gender: neuter]
01
εγκέφαλος, μυαλό
Das Denk- und Steuerorgan im Kopf
Παραδείγματα
Ohne Gehirn können wir nicht denken.
Χωρίς εγκέφαλο, δεν μπορούμε να σκεφτούμε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εγκέφαλος, μυαλό