gehemmt
ge
γκε
hemmt
ˈhɛmt
χεμτ
gekämmtfremdhemd

Ορισμός και σημασία του "gehemmt"στα γερμανικά

01

ανασταλμένος, κατασταλμένος

In der natürlichen Entfaltung von Gefühlen, Verhalten oder Fähigkeiten psychisch oder sozial blockiert 
gehemmt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gehemmtesten
συγκριτικός βαθμός
gehemmter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Psychologie, Verhalten, Emotionen
Παραδείγματα
Nach dem Trauma war sie emotional gehemmt. 

Μετά το τραύμα, ήταν συναισθηματικά ανασταλμένη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store