Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gehalt
[gender: neuter]
01
μισθός, αμοιβή
Das regelmäßige Geld, das ein Arbeitnehmer für seine Arbeit bekommt
Παραδείγματα
Das Gehalt hängt von der Erfahrung ab.
Ο μισθός εξαρτάται από την εμπειρία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μισθός, αμοιβή