das gehalt
ge
halt
ˈhalt
halt
gehabtgewalt

Ορισμός και σημασία του "gehalt"στα γερμανικά

01

μισθός, αμοιβή

Das regelmäßige Geld, das ein Arbeitnehmer für seine Arbeit bekommt 
das Gehalt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gehalt(e)s
πληθυντικός τύπος
Gehälter
Παραδείγματα
Das Gehalt wird jeden Monat überwiesen. 

Ο μισθός μεταφέρεται κάθε μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store