Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gemütlich
01
άνετος, ζεστός
Angenehm und bequem, sodass man sich wohlfühlt
Παραδείγματα
Das Hotel war klein, aber sehr gemütlich.
Το ξενοδοχείο ήταν μικρό, αλλά πολύ άνετο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άνετος, ζεστός