Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gemeinschaft
[gender: feminine]
01
κοινότητα, κοινωνία
Eine Gruppe, die etwas gemeinsam hat und zusammengehört
Παραδείγματα
In einer Gemeinschaft ist Zusammenarbeit wichtig.
Σε μια κοινότητα, η συνεργασία είναι σημαντική.
02
κοινόχρηστος χώρος, κοινό κτήμα
Etwas, das von mehreren Personen gemeinsam verwendet oder besessen wird
Παραδείγματα
Die Gemeinschaftsnutzung der Räume spart Geld.
Η κοινότητα χρήσης των χώρων εξοικονομεί χρήματα.


























