Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gemüsesorte
[gender: feminine]
01
ποικιλία λαχανικού, είδος λαχανικού
Eine bestimmte Art oder Sorte von Gemüse
Παραδείγματα
Im Supermarkt gibt es heute neue Gemüsesorten zu entdecken.
Στο σούπερ μάρκετ υπάρχουν σήμερα νέες ποικιλίες λαχανικών για ανακάλυψη.


























