Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gemüsesorte
01
ποικιλία λαχανικού, είδος λαχανικού
Eine bestimmte Art oder Sorte von Gemüse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gemüsesorte
πληθυντικός τύπος
Gemüsesorten
Παραδείγματα
Diese Gemüsesorte ist besonders vitaminreich.
Αυτή η ποικιλία λαχανικών είναι ιδιαίτερα πλούσια σε βιταμίνες.
Λεξικό Δέντρο
gemüsesorte
gemüse
sorte



























