die Gemüsesorte
Pronunciation
/ɡəˈmyːzəˌzɔʁtə/

Ορισμός και σημασία του "gemüsesorte"στα γερμανικά

Die Gemüsesorte
[gender: feminine]
01

ποικιλία λαχανικού, είδος λαχανικού

Eine bestimmte Art oder Sorte von Gemüse
die Gemüsesorte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gemüsesorte
πληθυντικός τύπος
Gemüsesorten
Παραδείγματα
Im Supermarkt gibt es heute neue Gemüsesorten zu entdecken.
Στο σούπερ μάρκετ υπάρχουν σήμερα νέες ποικιλίες λαχανικών για ανακάλυψη.

Λεξικό Δέντρο

gemüsesorte

gemüse

+

sorte

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store