gemütlich
ge
γκα
müt
ˈmy:t
μυτ
lich
lɪç
λιχ
geistlich

Ορισμός και σημασία του "gemütlich"στα γερμανικά

gemütlich
01

άνετος, ζεστός

Angenehm und bequem, sodass man sich wohlfühlt 
gemütlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gemütlichsten
συγκριτικός βαθμός
gemütlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Atmosphäre, Komfort, Wohlbefinden
Παραδείγματα
Wir sitzen in einer gemütlichen Ecke des Cafés. 

Καθόμαστε σε μια άνετη γωνιά του καφενείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store