gemütlich
gemüt
ˈgəmy:t
gēmyt
lich
lɪç
lich
geistlich

Ορισμός και σημασία του "gemütlich"στα γερμανικά

gemütlich
01

άνετος, ζεστός

Angenehm und bequem, sodass man sich wohlfühlt 
gemütlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gemütlichsten
συγκριτικός βαθμός
gemütlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Wir sitzen in einer gemütlichen Ecke des Cafés. 

Καθόμαστε σε μια άνετη γωνιά του καφενείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store