gelten
Pronunciation
/ˈɡɛltən/

Ορισμός και σημασία του "gelten"στα γερμανικά

gelten
01

είναι έγκυρο, ισχύει

Offiziell anerkannt oder gültig sein
gelten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gelte
γ΄ ενικό πρόσωπο
gilt
ενεστώτα μετοχή
geltend
απλός αόριστος
galt
παθητική μετοχή
gegolten
Παραδείγματα
Lässt du diese Entschuldigung gelten?
Αφήνετε αυτή τη δικαιολογία να ισχύει ;
02

θεωρείται, λαμβάνεται ως

Als etwas angesehen werden
gelten definition and meaning
Παραδείγματα
Was gilt hier als normal?
Τι θεωρείται φυσιολογικό εδώ;
03

απευθύνομαι σε, είμαι απευθυνόμενος σε

Auf jemanden oder etwas ausgerichtet sein
gelten definition and meaning
Παραδείγματα
Wem gilt diese Frage?
Σε ποιον απευθύνεται αυτή η ερώτηση ;
es gilt, ...zu...
es gilt, ...zu...
01

Etwas muss jetzt getan werden

es gilt, ...zu... definition and meaning
Παραδείγματα
Jetzt gilt es, Mut zu zeigen.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store