Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gelten
[past form: galt]
01
είναι έγκυρο, ισχύει
Offiziell anerkannt oder gültig sein
Παραδείγματα
Lässt du diese Entschuldigung gelten?
Αφήνετε αυτή τη δικαιολογία να ισχύει ;
02
θεωρείται, λαμβάνεται ως
Als etwas angesehen werden
Παραδείγματα
Was gilt hier als normal?
Τι θεωρείται φυσιολογικό εδώ;
03
απευθύνομαι σε, είμαι απευθυνόμενος σε
Auf jemanden oder etwas ausgerichtet sein
Παραδείγματα
Wem gilt diese Frage?
Σε ποιον απευθύνεται αυτή η ερώτηση ;
es gilt, ...zu...
01
Etwas muss jetzt getan werden
Παραδείγματα
Jetzt gilt es, Mut zu zeigen.


























