Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gelten
01
είναι έγκυρο, ισχύει
Offiziell anerkannt oder gültig sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gelte
γ΄ ενικό πρόσωπο
gilt
ενεστώτα μετοχή
geltend
απλός αόριστος
galt
παθητική μετοχή
gegolten
Παραδείγματα
Der Führerschein gilt weltweit.
Η άδεια οδήγησης ισχύει σε όλο τον κόσμο.
02
θεωρείται, λαμβάνεται ως
Als etwas angesehen werden
Παραδείγματα
Er gilt als bester Arzt der Stadt.
Αυτός θεωρείται ο καλύτερος γιατρός της πόλης.
03
απευθύνομαι σε, είμαι απευθυνόμενος σε
Auf jemanden oder etwas ausgerichtet sein
Παραδείγματα
Sein Interesse gilt nur dem Geld.
Το ενδιαφέρον του εφαρμόζεται μόνο στα χρήματα.
es gilt, ...zu...
01
Etwas muss jetzt getan werden
Παραδείγματα
Es gilt, schnell zu handeln!



























