gelten
gelten
gɛltn
geltn
gellen

Ορισμός και σημασία του "gelten"στα γερμανικά

gelten
01

είναι έγκυρο, ισχύει

Offiziell anerkannt oder gültig sein 
gelten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gelte
γ΄ ενικό πρόσωπο
gilt
ενεστώτα μετοχή
geltend
απλός αόριστος
galt
παθητική μετοχή
gegolten
Παραδείγματα
Der Führerschein gilt weltweit. 

Η άδεια οδήγησης ισχύει σε όλο τον κόσμο.

02

θεωρείται, λαμβάνεται ως

Als etwas angesehen werden 
gelten definition and meaning
Παραδείγματα
Er gilt als bester Arzt der Stadt. 

Αυτός θεωρείται ο καλύτερος γιατρός της πόλης.

03

απευθύνομαι σε, είμαι απευθυνόμενος σε

Auf jemanden oder etwas ausgerichtet sein 
gelten definition and meaning
Παραδείγματα
Sein Interesse gilt nur dem Geld. 

Το ενδιαφέρον του εφαρμόζεται μόνο στα χρήματα.

es gilt, ...zu...
es
ɛs
es
gilt,
gɪlt
gilt
zu
tsu:
tsoo
es gilt, ...zu...
01

Etwas muss jetzt getan werden 

es gilt, ...zu... definition and meaning
Παραδείγματα
Es gilt, schnell zu handeln! 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store