Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geizig
01
τσιγκούνης, φιλάργυρος
Nicht bereit, Geld oder Ressourcen zu teilen oder auszugeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geizigsten
συγκριτικός βαθμός
geiziger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist so geizig, dass er nie Trinkgeld gibt.
Είναι τόσο τσιγκούνης που ποτέ δεν αφήνει φιλοδώρημα.



























