Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gelangen
01
φτάνω, προσβάλλω
An einen bestimmten Ort oder in einen bestimmten Zustand kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gelange
γ΄ ενικό πρόσωπο
gelangt
ενεστώτα μετοχή
gelangend
απλός αόριστος
gelangte
παθητική μετοχή
gelangt
Παραδείγματα
Nach stundenlangem Klettern gelangten wir endlich auf den Gipfel.
Μετά από ώρες αναρρίχησης, τελικά φτάσαμε στην κορυφή.



























