Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gelangen
[past form: gelangte]
01
φτάνω, προσβάλλω
An einen bestimmten Ort oder in einen bestimmten Zustand kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gelange
γ΄ ενικό πρόσωπο
gelangt
ενεστώτα μετοχή
gelangend
απλός αόριστος
gelangte
παθητική μετοχή
gelangt
Παραδείγματα
Er gelangte erst um Mitternacht durch den Schneesturm nach Hause.
Αυτός έφτασε στο σπίτι μόνο τα μεσάνυχτα μέσα από τη χιονοθύελλα.



























