genesengesprächspartner
από 6
genesengesprächspartner
genesen[v]
genesung[n]
genetisch[adj]

γενετικός,κληρονομικός

genial[adj]
genießbar[adj]

βρώσιμος,κατάλληλος για κατανάλωση

genießen[v]

απολαμβάνω

genre[n]

είδος

gentechnisch[adj]

γενετικά τροποποιημένο,προερχόμενο από τη γενετική μηχανική

gentrifizierung[n]
genug[adv]

αρκετά,επαρκώς

genügen[v]

αρκώ,είμαι αρκετός

genussorientiert[adj]

προσανατολισμένος στην ευχαρίστηση,επικεντρωμένος στην απόλαυση

genussvoll[adj]

απολαυστικός,ευχάριστος

geöffnet[adj]

ανοιχτός,προσβάσιμος

geograf[n]
geografie[n]

γεωγραφία,γεωγραφία

geographie[n]

γεωγραφία,γεωγραφική επιστήμη

geologie[n]

γεωλογία,επιστήμη των πετρωμάτων και της Γης

geometrisch[adj]
gepäck[n]

αποσκευές,βαλίτσες

gepard[n]
gepflegt[adj]
gepflogenheit[n]
geprägt[adj]
gepunktet[adj]
gerade[adj][adv]

ευθύς,ίσιος • τώρα,αυτή τη στιγμή

geradeaus[adv]

ευθεία

gerät[n]

συσκευή,σύνεργο

geraten[v]

καταλήγω,βρίσκομαι

gerätetauchen[n]
geräumig[adj]
geräusch[n]

θόρυβος,ήχος

geräuscharm[adj]
gerecht[adv][adj]

δίκαια • δίκαιος,έντιμος

gerechtigkeit[n]

δικαιοσύνη,ευθύτητα

gereiztheit[n]

ευερεθιστότητα,νευρικότητα

gericht[n]

δικαστήριο,δικαστική αρχή

gerichtsgebäude[n]

κτίριο δικαστηρίου,δικαστικό μέγαρο

gering[adj]

λιγοστός,μικρός

geringfügig[adj]

ασήμαντος,ελάχιστος

germanistik[n]

γερμανικές σπουδές,γερμανιστική

gern[adv]

ευχαρίστως,με προθυμία

gerste[n]
geruch[n]

μυρωδιά,άρωμα

geruchssinn[n]
gerüst[n]
gesamt[adj]

συνολικός,ολόκληρος

gesamtbewertung[n]
gesamtpreis[n]

συνολική τιμή,συνολικό ποσό

gesamtumfang[n]
gesang[n]
gesangsverein[n]

χορωδία,κλαμπ τραγουδιού

geschäft[n]

συναλλαγή,συμφωνία

geschäftlich[adj]

επαγγελματικός,επιχειρηματικός

geschäftsbericht[n]

ετήσια έκθεση,έκθεση δραστηριοτήτων

geschäftsmodell[n]
geschäftsreise[n]

επαγγελματικό ταξίδι,επιχειρηματικό ταξίδι

geschehen[v][n]

συμβαίνει,συμβαίνει • γεγονός,συμβάν

gescheit[adj][adv]

έξυπνος,ευφυής • σοφά,έξυπνα

geschenk[n]

δώρο,χάρισμα

geschichte[n]

ιστορία,παρελθόν

geschick[n]
geschicklichkeit[n]

επιδεξιότητα,εξυπνάδα

geschieden[adj]

διαζευγμένος,νόμιμα διαζευγμένος

geschirr[n]

πιάτα,σκεύη τραπέζης

geschlecht[n]

γένος,φύλο

geschlechtergerecht[adj]
geschlechtlich[adj]

σχετικός με το φύλο,όσον αφορά το φύλο

geschlossen[adj]

κλειστό,αποκλεισμένο

geschmack[n]

γούστο,προτίμηση

geschmackssinn[n]

αίσθηση της γεύσης,γεύση

geschmackvoll[adj]
geschützt[adj]
geschwindigkeit[n]

ταχύτητα,γρήγορη κίνηση

geschwindigkeitsbegrenzung[n]

περιορισμός ταχύτητας,όριο ταχύτητας

geschwindigkeitsbeschränkung[n]
geschwister[n]

αδέλφια,αδέλφια και αδελφές

gesellig[adj]

κοινωνικός,συναναστρεφόμενος

gesellschaft[n]

κοινωνία,κοινότητα

gesellschaftlich[adj]

κοινωνικός,κοινωνιακός

gesellschaftsordnung[n]

κοινωνική τάξη,κοινωνική δομή

gesellschaftspolitisch[adj]
gesellschaftsschicht[n]
gesellschaftsspiel[n]

κοινωνικό παιχνίδι

gesetz[n]

νόμος,δικαίωμα

gesetzesantrag[n]
gesetzgeber[n]
gesetzlich[adj]

νόμιμος,νομικός

gesicht[n]

πρόσωπο,μούτρο

gesichtscreme[n]

κρέμα προσώπου,κρέμα για το πρόσωπο

gesichtsmaske[n]
gesichtspunkt[n]
gesichtsschutz[n]
gesichtsserum[n]

ορό για το πρόσωπο,προσωπικό ορό

gesichtssinn[n]

αίσθηση της όρασης,όραση

gesichtswasser[n]

τόνερ προσώπου,τονωτικό νερό

gespannt[adj]

περίεργος,ανυπόμονος

gespenst[n]

φάντασμα,πνεύμα

gespräch[n]

συνομιλία,συζήτηση

gesprächspartner[n]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή