Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Geschäft
[gender: neuter]
01
συναλλαγή, συμφωνία
Ein wirtschaftlicher Austausch von Waren oder Dienstleistungen zwischen Parteien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Geschäft(e)s
πληθυντικός τύπος
Geschäfte
Παραδείγματα
Sie haben das Geschäft gestern besprochen.
Συζήτησαν την επιχείρηση χθες.
02
κατάστημα, μαγαζί
Ein Laden, in dem Waren verkauft werden
Παραδείγματα
In dem Geschäft gibt es gute Angebote.
Στο κατάστημα, υπάρχουν καλές προσφορές.
03
εργασία, αποστολή
Eine Aufgabe oder berufliche Tätigkeit
Παραδείγματα
Er erledigt seine Geschäfte gewissenhaft.
Εκτελεί τις δουλειές του με συνείδηση.



























