Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gesellschaft
[gender: feminine]
01
κοινωνία, κοινότητα
Eine Gruppe von Menschen, die zusammenleben oder zusammengehören
Παραδείγματα
Die Gesellschaft fördert Zusammenarbeit.
Η κοινωνία προωθεί τη συνεργασία.
02
εταιρεία, κοινωνία
Ein rechtlich organisiertes Unternehmen oder Firma
Παραδείγματα
Er arbeitet in einer großen Gesellschaft.
Δουλεύει σε μια μεγάλη εταιρεία.
03
εταιρεία, κοινωνία
Die Anwesenheit oder Begleitung von Personen
Παραδείγματα
Gesellschaft macht viele Aktivitäten angenehmer.
Η κοινωνία κάνει πολλές δραστηριότητες πιο ευχάριστες.


























