Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gesellschaft
01
κοινωνία, κοινότητα
Eine Gruppe von Menschen, die zusammenleben oder zusammengehören
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gesellschaft
πληθυντικός τύπος
Gesellschaften
Παραδείγματα
Die Gesellschaft verändert sich ständig.
Η κοινωνία αλλάζει συνεχώς.
02
εταιρεία, κοινωνία
Ein rechtlich organisiertes Unternehmen oder Firma
Παραδείγματα
Die Gesellschaft wurde vor zehn Jahren gegründet.
Η εταιρεία ιδρύθηκε πριν από δέκα χρόνια.
03
εταιρεία, κοινωνία
Die Anwesenheit oder Begleitung von Personen
Παραδείγματα
Ich genieße die Gesellschaft meiner Freunde.
Απολαμβάνω την κοινωνία των φίλων μου.



























