geschäftlich
Pronunciation
/ɡəˈʃɛftlɪç/

Ορισμός και σημασία του "geschäftlich"στα γερμανικά

geschäftlich
01

επαγγελματικός, επιχειρηματικός

Mit Beruf oder Geschäft verbunden
geschäftlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Telefonat war geschäftlich.
Η τηλεφωνική κλήση ήταν επιχειρηματική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store