Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geschäftlich
01
επαγγελματικός, επιχειρηματικός
Mit Beruf oder Geschäft verbunden
Παραδείγματα
Das Telefonat war geschäftlich.
Η τηλεφωνική κλήση ήταν επιχειρηματική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επαγγελματικός, επιχειρηματικός