geöffnet
Pronunciation
/ɡəˈʔœfnət/

Ορισμός και σημασία του "geöffnet"στα γερμανικά

01

ανοιχτός, προσβάσιμος

Nicht geschlossen
geöffnet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geöffnetsten
συγκριτικός βαθμός
geöffneter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Geschäft ist von 9 bis 18 Uhr geöffnet.
Το κατάστημα είναι ανοιχτό από τις 9 έως τις 18.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store