geöffnet
geöffnet
gəʔœfnət
gēoefnēt

Ορισμός και σημασία του "geöffnet"στα γερμανικά

01

ανοιχτός, προσβάσιμος

Nicht geschlossen 
geöffnet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geöffnetsten
συγκριτικός βαθμός
geöffneter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Objekte, Räume
Παραδείγματα
Die Tür ist geöffnet. 

Η πόρτα είναι ανοιχτή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store