Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genussvoll
01
απολαυστικός, ευχάριστος
Etwas, das Freude und Vergnügen bereitet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am genussvollsten
συγκριτικός βαθμός
genussvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er trinkt den Kaffee langsam und genussvoll.
Πίνει τον καφέ αργά και με απόλαυση.
Λεξικό Δέντρο
genussvoll
genuss
voll



























