Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geraten
01
καταλήγω, βρίσκομαι
Unbeabsichtigt in einen Zustand oder eine Situation kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gerät
ενεστώτα μετοχή
geratend
απλός αόριστος
geriet
παθητική μετοχή
geraten
Παραδείγματα
Er ist in finanzielle Schwierigkeiten geraten.
Έχει μπλέξει σε οικονομικές δυσκολίες.



























