geraten
Pronunciation
/ɡəˈʀaːtn̩/

Ορισμός και σημασία του "geraten"στα γερμανικά

geraten
[past form: geriet]
01

καταλήγω, βρίσκομαι

Unbeabsichtigt in einen Zustand oder eine Situation kommen
geraten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gerät
ενεστώτα μετοχή
geratend
απλός αόριστος
geriet
παθητική μετοχή
geraten
Παραδείγματα
Das Gespräch ist in einen Streit geraten.
Η συζήτηση κατέληξε σε καυγά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store