Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geraten
[past form: geriet]
01
καταλήγω, βρίσκομαι
Unbeabsichtigt in einen Zustand oder eine Situation kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gerät
ενεστώτα μετοχή
geratend
απλός αόριστος
geriet
παθητική μετοχή
geraten
Παραδείγματα
Das Gespräch ist in einen Streit geraten.
Η συζήτηση κατέληξε σε καυγά.



























