gern
Pronunciation
/ɡɛʁn/

Ορισμός και σημασία του "gern"στα γερμανικά

01

ευχαρίστως, με προθυμία

Mit Freude oder Bereitschaft
gern definition and meaning
example
Παραδείγματα
" Kommst du mit? " " Ja, gern! "
« Έρχεσαι; » « Ναι, ευχαρίστως ! »
02

ευχαρίστως, με χαρά

Mit Freude
example
Παραδείγματα
Sie hört gern Musik.
Ακούει ευχαρίστως μουσική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store