Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Germanistik
[gender: feminine]
01
γερμανικές σπουδές, γερμανιστική
Die wissenschaftliche Disziplin, die sich mit der deutschen Sprache, Literatur und Kulturgeschichte befasst
Παραδείγματα
Absolventen der Germanistik arbeiten oft als Lehrer, Übersetzer oder in Verlagen.
Οι απόφοιτοι γερμανικής φιλολογίας συχνά εργάζονται ως δάσκαλοι, μεταφραστές ή σε εκδοτικούς οίκους.


























