gern
gern
gɛɐn
gen
fernkernsternmodern

Ορισμός και σημασία του "gern"στα γερμανικά

01

ευχαρίστως, με προθυμία

Mit Freude oder Bereitschaft 
gern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich helfe dir gern! 

Σε βοηθώ ευχαρίστως !

02

ευχαρίστως, με χαρά

Mit Freude 
Παραδείγματα
Ich trinke gern Tee. 

Πίνω τσάι με χαρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store