Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gleichberechtigt
01
ίσος, δίκαιος
Mit den gleichen Rechten und Pflichten wie andere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gleichberechtigtesten
συγκριτικός βαθμός
gleichberechtigter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Frauen und Männer sind gleichberechtigt.
Οι γυναίκες και οι άνδρες είναι ίσοι στα δικαιώματα.
Λεξικό Δέντρο
gleichberechtigt
gleich
berechtigt



























