Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gleichberechtigt
01
ίσος, δίκαιος
Mit den gleichen Rechten und Pflichten wie andere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gleichberechtigtesten
συγκριτικός βαθμός
gleichberechtigter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Kinder mit Behinderungen sollen gleichberechtigt lernen können.
Τα παιδιά με αναπηρίες πρέπει να μπορούν να μαθαίνουν με ίσα δικαιώματα.
Λεξικό Δέντρο
gleichberechtigt
gleich
berechtigt



























