das Gewissen
Pronunciation
/ɡəˈvɪsən/

Ορισμός και σημασία του "gewissen"στα γερμανικά

Das Gewissen
[gender: neuter]
01

συνείδηση, εσωτερική φωνή

Das innere Gefühl für richtig und falsch im eigenen Verhalten
das Gewissen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gewissens
Παραδείγματα
Das Gewissen plagt ihn seit Tagen.
Η συνείδηση τον βασανίζει εδώ και μέρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store