die grundeinstellung
grundeinstellung
grʊntʔaɪ̯nʃtɛlʊng
groontainshteloong

Ορισμός και σημασία του "grundeinstellung"στα γερμανικά

Die Grundeinstellung
01

προεπιλεγμένη ρύθμιση, βασική ρύθμιση

eine grundlegende Einstellung oder Voreinstellung, mit der etwas standardmäßig beginnt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Grundeinstellungen
γενική πτώση
Grundeinstellung
Παραδείγματα
Setze das Gerät auf die Grundeinstellung zurück. 

Επαναφέρετε τη συσκευή στην βασική ρύθμιση.

02

βασική στάση, θεμελιώδης προσέγγιση

Die grundlegende Haltung oder Meinung zu etwas 
Παραδείγματα
Seine Grundeinstellung zur Arbeit ist positiv. 

Η βασική του στάση απέναντι στη δουλειά είναι θετική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store