Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Grundeinstellung
01
προεπιλεγμένη ρύθμιση, βασική ρύθμιση
eine grundlegende Einstellung oder Voreinstellung, mit der etwas standardmäßig beginnt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Grundeinstellungen
γενική πτώση
Grundeinstellung
Παραδείγματα
Setze das Gerät auf die Grundeinstellung zurück.
Επαναφέρετε τη συσκευή στην βασική ρύθμιση.
02
βασική στάση, θεμελιώδης προσέγγιση
Die grundlegende Haltung oder Meinung zu etwas
Παραδείγματα
Seine Grundeinstellung zur Arbeit ist positiv.
Η βασική του στάση απέναντι στη δουλειά είναι θετική.
LanGeek



























